Η δεσμοφύλακας- Νίκος Δαββέτας (2025) [9.0]
[20-08-2025, 17:30]
Ο Νίκος Δαββέτας στη νουβέλα του με τίτλο "Η Δεσμοφύλακας" μας δίνει μια εξομολόγηση μεταμφιεσμένη σε μυθοπλασία ή μια μυθοπλασία μεταμφιεσμένη σε αυτοβιογραφική εξομολόγηση.
Κεντρική ηρωίδα η μητέρα του που τα τελευταία χρόνια της ζωής της καταβεβλημένη από τη νόσο του Αλτσχάιμερ θυμάται τα χρόνια που υπηρετούσε ως σωφρονιστική υπάλληλος στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ και Κορυδαλλού.Ο αφηγητής- "γιος " της τα τελευταία χρόνια μέχρι τον θάνατό της καταγράφει τους παραληρηματικούς της μονολόγους, τους καθημερινούς τους διαλόγους μέσα από τον παραμορφωτικό φακό της ασθένειας.
Η μνήμη της θρυμματισμένη και μέσα στο μυαλό της τα χρόνια επαναλαμβάνονται και τα ξαναζεί με την αντίθετη φορά , από το τέλος προς την αρχή.Η ίδια ψυχανεμίζεται πως ο γιος της δημιουργεί το σκοτάδι της αταξίας γύρω της και αυτή απλώς σκοντάφτει, αλλά το σκοτάδι σταλάζει μέσα της και είναι θέμα χρόνου να ποτίσει κάθε της κύτταρο.
" Μέσα στα όνειρά της αφουγκραζόταν τη βαριά ανάσα της φυλακής - κάθε τρίξιμο πόρτας, κάθε σύρσιμο ή ψίθυρος ενεργοποιούσε τον εσωτερικό της συναγερμό." ( σελ. 30)
Οι αναμνήσεις των βιωμάτων επανέρχονται διαφορετικά κάθε φορά και θυμάται με τα μικρά ονόματα τις δεκάδες κρατούμενες, ποινικές και πολιτικές, με τις οποίες είχε συγχρωτιστεί.Και σε αυτές τις αναμνήσεις είναι παρόν και ο γιος της, τις Κυριακές που είχε βάρδια και τον έπαιρνε μαζί της να παίζει με τα παιδιά των κρατουμένων ή να περιπλανιέται στους θαλάμους και το προαύλιο.
Δυστυχώς η ίδια αδυνατεί να συνειδητοποιήσει ότι ο εγκέφαλος της την έχει κλείσει μέσα σ' ένα σώμα ερείπιο κι έχει πετάξει απ' έξω τα κλειδιά.
" Η μνήμη ορίζει τα πάντα.Χωρίς αυτή είμαστε κάτι το άχρηστο , το άγνωστο , το απροσπέλαστο, πλατσουρίζουμε γυμνοί πάνω στην άβυσσο." ( σελ 50)
Και δίπλα στην ιστορία της μάνας και ο γιος αποκτά ύπαρξη από τα γεγονότα της κοινής τους ζωής. Φοβάται αν στο μέλλον και ο ίδιος θα βιώσει την ίδια "αγχώδη καταθλιπτική νεύρωση", εφόσον συνειδητοποιεί ότι οι παθήσεις της μητέρας του κληροδοτούνται και στον ίδιο.Η προσωπική του διαδρομή στο χώρο των γραμμάτων αναδεικνύεται , παρά το γεγονός ότι η μάνα του του έλεγε να γίνει μηχανικός ή υδραυλικός και να μην περιμένει να τον ντύσουν τα ποιήματα.
"Σε χρόνο ανύποπτο μου είχε πει ότι τα βιβλία κάνουν παράξενους τους ανθρώπους, καλύτερα να τ' αποφεύγει κανείς." ( σελ 31)
Πολλά θα μπορούσα να γράψω για το συγκεκριμένο βιβλίο που ειλικρινά δεν ήθελα να τελειώσει και το διάβασα μέσα σε λίγες ώρες.Η γλώσσα του διαυγής, ρέουσα, λαγαρή και το κάθε αυτοτελές κεφάλαιο άφηνε μια τρυφερότητα , μια συγκίνηση έντονη.
Αφήνω τον ίδιο τον συγγραφέα να κλείσει την παρουσίαση μου μπαίνοντας στο "εργαστήριο" του, από όπου άντλησε την έμπνευση για να γράψει τη συγκεκριμένη νουβέλα.
" Γράφω γιατί μ' αρέσει να επινοώ.Όλη η ζωή μου είναι μια επινόηση.Έχω επινοήσει τον εαυτό μου, τη δουλειά μου, ακόμη κι εσένα.Το μόνο που δεν επινόησα είναι ο γιος μου, η μόνη επαφή μου με την πραγματικότητα." ( σελ. 148)
By
maria